Ένα μεγάλο όργιο εκτυλίσσεται τα τελευταία χρόνια, ας πούμε από το 60 και μετά -αν και κυοφορείται ήδη πρωτύτερα-, στο χώρο των πανεπιστημίων, δηλ. στο θεσμό, και στο χώρο της επιστήμης, δηλ. στα περιεχόμενα της γνώσης. Εξαιρούμε εδώ την πρώτη διάσταση. Εστιάζουμε σε αυτό που έχει ονομαστεί ‘διεπιστημονικότητα’ και καταλήγει να σημαίνει τον επαναπροσδιορισμό των πεδίων της γνώσης, το συμφυρμό κάποιων και την απειλή αναίρεσης κάποιων άλλων. Ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει αυτός που υπήρξε από τις απαρχές της νεωτερικότητας, αν κι αυτό το γεγονός αμφισβητείται από εκείνους που προσκολλημένοι στην άμεση εμφάνιση των πραγμάτων ζητωκραυγάζουν για το καινοφανές της κατάστασης: νέες μέθοδοι και νέες απαντήσεις ‘θετικότερες’ από τις προηγούμενες τις οποίες σαν ξοφλημένες βιάζονται να τις κλείσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο πυρήνας του προβλήματος υπήρξε και συνεχίζει να είναι η σχέση των επιστημών της φύσης και των επιστημών της κοινωνίας και του ανθρώπου. Στο πρακτικό επίπεδο το πρόβλημα μεταφράζεται στο ζήτημα του πώς η κοινωνία και τα μέλη της αντιλαμβάνονται και χειρίζονται τον εξωτερικό κόσμο, φυσικό και κοινωνικό. Ως προς τη φύση, κατανόηση των φαινομένων της και έλεγχος τους. Ως προς την κοινωνία, κατανόηση του βίου και βελτίωσή του – ακόμα και η αυτορύθμιση που υπερασπίστηκε από πάντα η οικονομική επιστήμη δηλώνει έναν τρόπο βελτίωσης και άρα μία αξία, έστω ανομολόγητη.
Βασικό γνώρισμα του ζητήματος αναδιάταξης της σχέσης κοινωνίας και φύσης, είναι η γένεση νέων επιστημονικών προσεγγίσεων, που
φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε διαστήματα στο ενδιάμεσο των έως τώρα παγιωμένων κλάδων. Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι μακρύς. Ενδεικτικά αναφέρω την Κοινωνιοβιολογία, τη Νευροψυχολογία, τη Νευροοικονομική, τα Συμπεριφοριστικά Οικονομικά, τη Νευροθρησκειολογεία, τα διάφορα παρακλάδια των Γνωστικών Επιστημών και τα υπόλοιπα που μπαίνουν κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα της Νευροεπιστήμης. Παρά τη διαφορά στις μεθόδους τους και την περιπλοκότητα αυτών, οι παραπάνω προσεγγίσεις μοιράζονται δύο κοινά. Πρώτον, η πρότυπη μέθοδος είναι η φυσικοεπιστημονική, και δη η μαθηματική, έστω επικουρικά. Δεύτερον, το εγχείρημα είναι να εισαχθούν στο πεδίο της ανθρώπινης συμπεριφοράς ή μάλλον να εισάγουν την τελευταία σε φυσικοεπιστημονικό πλαίσιο.
Από μια σκοπιά, αυτό το εγχείρημα προωθεί την άρση του δυϊσμού, όπως έχει ονομαστεί, ανάμεσα στα φυσικά και τα ανθρώπινα φαινόμενα. Μάλιστα, οι φονταμενταλιστές του είδους, υπερασπίζονται ότι δεν σκοπεύουν σε άλλο παρά από τη συγκρότηση ενός πλέγματος επιμέρους κλάδων, ισότιμων μεταξύ τους, που ο καθένας από τη θέση του συνεισφέρει ένα μικρό κομμάτι στο μωσαϊκό της ενιαίας, πια, γνώσης. Αυτή είναι, θα λέγαμε, η αρχή ή καλύτερα η απολογητική της ‘συμπληρωματικότητας’. Πχ, ό,τι από την καταναλωτική συμπεριφορά δεν μπορεί να το εξηγήσει η σύγχρονη οικονομική, το αφήνουμε στους συμπεριφοριστές. Ή σε ότι βρίσκει τοίχο η θρησκειολογία το αφήνουμε στη μελέτη των νευρώνων. Αυτή η αντίληψη, όμως, δεν ευσταθεί.
Η ενότητα φύσης και κοινωνίας υπήρξε διακύβευμα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας (Hegel) και του μαρξισμού αλλά και πολλών κοινωνιολογικών παραδόσεων. Μόνο που σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποτελούσε πρόσχημα, αλλά μία κοπιαστική διεργασία με σκοπό την αλήθεια. Αντίθετα, οι παραπάνω υβριδικές επιστήμες εξασφαλίζουν την ενότητα με τον να εξαφανίσουν τον ένα πόλο: την κοινωνία.
Δεν είναι καθόλου τυχαίου ότι ένα είδος νεοθετικισμού όπως αυτό που εξέφρασαν οι Hayek και Friedman, καταλήγει σε ένα περίεργο αγνωστικισμό. Ο Hayek στην αρχή θα ορίσει την κοινωνία ότι αποτελείται από άτομα και οικογένειες – η ρητορεία της Θάτσερ υπήρξε άκρως λακωνική ως προς αυτό με το σύνθημα “There is no such thing like society; only individuals and families’. Στη συνέχεια, όμως, θα κάνει μία παραχώρηση και θα πει ότι πράγματι υπάρχει μία ‘δομή’ κοινωνική, αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε χωρίς να καταφύγουμε στη μεταφυσική. Το πάντρεμα αυτό θετικισμού και αγνωστικισμού, θυμίζει, ίσως, τη διάκριση του Kant ανάμεσα σε φαινόμενα και νοούμενα, αλλά σε μία πολύ πρόχειρη και κακοχωνεμένη εκδοχή. Διότι – και εδώ ακριβώς είναι το ‘ζουμί’ – στον Kant, πχ, η διάκριση αυτή εξαπολύεται ενάντια στη θεολογία και παραδοσιακή μεταφυσική, ώστε η φιλοσοφία να αποκτήσει το προσήκον ‘θετικό’ της περιεχόμενο. Αφενός, να ενοποιήσει τις επιμέρους επιστήμες σε μία μετα-θεωρία και αφετέρου, να κατευθύνει την ανθρώπινη πράξη σύμφωνα με αρχές του Λόγου, όπου εμπεριέχονται αξίες (ελευθερία, ισότητα).
Ο αντίπαλος για τα επιστημονικά νεο-υβρίδια, που ανέφερα, είναι η κοινωνία. Την εποχή -απαρχές της νεωτερικότητας- που ως κοινωνία νοούνταν η αστική κοινωνία, σε μία οριστική, απόλυτη και φυσικοποιημένη μορφή, ένας εννοιολογικός πόλεμος εναντίον της θα ήταν εκτός πραγματικότητας. Ίσα-ίσα τότε ήταν που η κοινωνία έπρεπε να οικοδομηθεί εκ νέου και να στηριχτεί. Να κατασκευαστεί η έννοια του πολίτη, ενάντια στον υποτελή του μεσαίωνα, και του αστού, ενάντια στον προνομιούχο ευγενή. Από τον όψιμο 19ο και καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η αστική κοινωνία όχι μόνο εδραιώθηκε, αλλά -πολύ σημαντικότερο- έδειξε τις ‘δυνητικότητες’ που εκκολάπτονταν μέσα της. Βασικά, την εργατική τάξη, και κάθε άλλη κινηματική πράξη που ζήτησε να ορίσει εκ νέου τις κοινωνικές συνιστώσες (φεμινισμός, φυλετικές μειονότητες, κάθε είδους έγκλειστοι κ.λπ). Τώρα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να κοπούν από τη ρίζα αυτές οι δυνητικότητες. Στο πρακτικό πεδίο αυτό έγινε από τις δεκαετίες του 70 και του 80 – παρακμή του κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους στη δύση, πτώση των λεγόμενων σοσιαλιστικών σχηματισμών εκτός της δύσης*. Στο επίπεδο της σκέψης, εκτός από την τρομακτική αναβίωση της θρησκείας, μοιράζονται κάποιο μερίδιο στην επιτυχία τα νόθα πεδία που προέκυψαν από περίεργες, έως και αιμομικτικές διασταυρώσεις, τα οποία τελευταία εμφανίζονται με τα προθέματα ‘νευρο-’ ή ‘βιο-’. Ωστόσο εξ ορισμού ο πόλεμος τους είναι ήδη χαμένος, διότι, όσο και να το φαντασιώνονται οι επιστήμες αυτές δεν πηγάζουν από κάποιο κοινωνικό και ιστορικό κενό.
Εν κατακλείδι, η σύγκρουση διεξαγόταν και συνεχίζει να διεξάγεται ανάμεσα στη φιλοσοφική κριτική και τη θετικιστική κατάφαση απέναντι στον κόσμο ως έχει. Παρακάτω ο Κάρελ Κόζικ μεταφράζει αυτή τη σύγκρουση σαν αντίφαση ανάμεσα στην αλήθεια και τη δυστυχία, αποδίδοντας στην κάθε πλευρά το χαρακτήρα της μυωπίας που της αναλογεί.
Γιατί λοιπόν δεν είναι οι άνθρωποι ευτυχισμένοι στο σύγχρονο κόσμο; Η ερώτηση δηλώνει μια αντίθεση ανάμεσα στην αλήθεια και τη δυστυχία: όποιος γνωρίζει την αλήθεια και βλέπει την πραγματικότητα, όπως είναι, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος – όποιος είναι ευτυχισμένος στο σύγχρονο κόσμο δε γνωρίζει την αλήθεια και παρατηρεί την πραγματικότητα μέσα από τα γυαλιά των συμβατικοτήτων και των ψεμάτων. Αυτή η αντίθεση πρέπει να εξαληφθεί με την ε π α ν α σ τ α τ ι κ ή π ρ ά ξ η.